ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Η σελίδα αυτή αποτελεί ένα βήμα ενημέρωσης, συζήτησης και προβληματισμού των δικηγόρων της επαρχίας και όχι μόνο, για όσα τους απασχολούν επαγγελματικά και άλλα...

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Παρατηρήσεις Δ.Σ. Ιωαννίνων επί της υπ’ αριθ. Δ12 Α 1109224 ΕΞ/ 24-7-2014 εγκυκλίου της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών για την φορολογική μεταχείριση αμοιβών ασκουμένων δικηγόρων και επί του από 28-7-2014 δελτίο τύπου του ΔΣΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΡΟΥ

Π Ρ Ο Ε Δ Ρ Ο Σ
ΤΑΧ. Δ/ΝΣΗ: ΠΛ. ΜΙΑΟΥΛΗ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ
ΣΥΡΟΣ
ΤΑΧ. ΚΩΔ. : 84100
ΤΑΧ. ΘΥΡ. : 66
ΤΗΛ.:          (22810) 87400- 82407 - 84431
ΦΑΞ:          (22810) 88116- 80709
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ   κ. Παπαδάκη ΄Ολγα
e-mail:    dss@hol.gr

ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ.   1252         ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ  21-8-2014


Κον
Βασίλη Αλεξανδρή
Πρόεδρο Ολομέλειας Δικηγόρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος
Α Θ Η Ν Α

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:      ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΕΛΛΑΔΟΣ

Κύριε Πρόεδρε της Ολομέλειας και της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος,
Κυρίες , Κύριοι Πρόεδροι Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας και Συντονιστικής,
Με την παρούσα μου θέλω να σας δηλώσω ότι ως μέλος της Ολομέλειας και της Συντονιστικής Επιτροπής αυτής. Προσυπογράφω το από 19/8/2014 έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων όπως ακολουθεί:
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Α. Επιτρέψτε μου να σας παραθέσω τις παρακάτω παρατηρήσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, επί της υπ’ αριθ. Δ12 Α 1109224 ΕΞ/ 24-7-2014 εγκυκλίου της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών για την φορολογική μεταχείριση αμοιβών ασκουμένων δικηγόρων και επί του από 28-7-2014 δελτίο τύπου του ΔΣΑ.
1.  Με την αναφερόμενη στο θέμα εγκύκλιο της Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπ. Οικ. γίνεται δεκτό, μεταξύ άλλων, ότι οι ασκούμενοι δικηγόροι βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ασκούντων δικηγόρων ή φορέων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του Ν. 4194/2013 (Κωδ. Δικηγ.), οι οποίοι ορίζουν τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών τους,  και ότι οι ασκούμενοι (χωρίς καμία διάκριση), λαμβάνουν κατά το διάστημα της άσκησης τους αμοιβή, που καθορίζεται με διάταξη τυπικού νόμου, (εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις ανωτέρω διατάξεις του Κωδ. Δικηγ.) και η οποία τους χορηγείται περιοδικά (συνήθως κάθε μήνα) για τις υπηρεσίες που παρέχουν.
Με βάση το ανωτέρω η εγκύκλιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «οι παρεχόμενες από τους ασκούμενους υπηρεσίες προσιδιάζουν σε αυτές από εξαρτημένη εργασία» (βλ. σελ. 3 παρ. 4 της εγκυκλίου) και, ως εκ τούτου, φορολογούνται με την κλίμακα των μισθωτών-συνταξιούχων, (βλ. σελ. 4 παρ. 6 της εγκυκλίου), όπως και τα πρόσωπα του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 45 ν. 2238/1994 όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4110/2013 (βλ. σελ. 1, 2, παρ. 2 της εγκυκλίου).
2. Η παραπάνω εγκύκλιος εκδόθηκε μετά από αλλεπάλληλα διαβήματα του Δ.Σ.Α. προς το Υπ. Οικον. και την Γ.Γ.Δ.Ε. και έκανε δεκτό αίτημα του Δ.Σ.Α., δηλαδή «δέχθηκε το αυτονόητο», ότι δηλ. «...... οι παρεχόμενες από τους ασκούμενους υπηρεσίες προσιδιάζουν με αυτές από εξαρτημένη εργασία» (βλ. το αναφερόμενο στο θέμα δελτίο τύπου του Δ.Σ.Α.).
3. Επί των ανωτέρω, επισημαίνονται (συνοπτικά) τα ακόλουθα:
α. Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των ασκουμένων που ασκούνται σε δικηγόρους και δικηγορικές εταιρίες και όσων ασκούνται στους φορείς των παρ. 3, 4, 5 , 6 του άρθρου 13 του Κωδ. Δικ.
β. Θεωρείται ότι όλοι οι ασκούμενοι λαμβάνουν αμοιβή, που καθορίζεται σε διάταξη τυπικού νόμου, ενώ για τους ασκούμενους σε δικηγορικά γραφεία δεν έχει εκδοθεί ακόμη τέτοιος νόμος.
γ. Θεωρείται εξ ορισμού ότι όλοι οι ασκούμενοι παρέχουν υπηρεσίες στον ασκούντα.
δ. Η σχέση ασκούντος και ασκουμένου δικηγόρου είναι γνήσια σύμβασης μαθητείας και όχι εξαρτημένης εργασίας και, για τον λόγο αυτόν, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου. Όταν ρητά στον νόμο προβλέπεται αμοιβή πρόκειται για αμειβόμενη σχέση μαθητείας, και, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή για σχέση που προσιδιάζει σ’ αυτήν. Και τούτο διότι η κατά τα ανωτέρω άσκηση/μαθητεία δεν αποβλέπει στην εκ μέρους του ασκούμενου εκτέλεση παραγωγικού έργου με την παροχή υπηρεσίας στον ασκούντα, αλλά λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο της υποχρεωτικής επαγελματικής εκπαίδευσης του ασκουμένου και αποσκοπεί αποκλειστικά στην απόκτηση εκ μέρους του πρακτικών γνώσεων του ελληνικού δικαίου και δεξιοτήτων που συνδέονται με αυτό, που είναι αναγκαίες για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας, και όχι στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (βλ. αρθ. 6 παρ. 2 Ν.Δ. 3024/54/π.Κωδ. Δικηγ. και άρθρα 7 παρ. 1 και 11 παρ. 1,2 του Ν. 4194/2013/ν. Κωδ. Δικηγ. , σύμφωνα με τα οποία στην σχέση ασκούντος και ασκούμενου δικηγόρου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και η παροχή έμμισθης εργασίας αποτελεί ασυμβίβαστο έργο/δραστηριότητα και για τον ασκούμενο).
Κάθε άλλη αντίθετη εκδοχή άγει σε «καταστρεπτικά» για την σχέση ασκούντος και ασκούμενου δικηγόρου αποτελέσματα, αναιρεί τον σκοπό της άσκησης, προσκρούει στον Κώδικα Δικηγόρων, και δημιουργεί ρήγμα στα «προστατευτικά κιγκλιδώματα» της αποτροπής της άσκησης πολλαπλών δραστηριοτήτων, που αποτρέπουν την «είσοδο στον αυτοκινητόδρομο της δικηγορίας» των μισθωτών του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (βλ. άρθρο 7 παρ. 1 περιπτ. γ του ν. 4194/2013).
Πιο συγκεκριμένα: αα) Θα υποχρεωθούν οι ασκούντες δικηγόροι να καταβάλλουν μισθό στους ασκουμένους τους, ακόμη και αν δεν έχει εκδοθεί ο ειδικός προς τούτο τυπικός νόμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του εργατικού δικαίου (που δεν έχουν εφαρμογή στη σχέση αασκούντος και ασκουμένου!!!) και να τους ασφαλίζουν υποχρεωτικά στο Ι.Κ.Α. με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο από οικονομική άποψη, όσο και από την άποψη της προσωπικής τους σχέσης.
ββ) Θέτει τουλάχιστον εν αμφιβόλω το ασυμβίβαστο της περιπτ. γ της παρ. 1 του άρθρου 7 Ν. 4194/2014, όπως προαναφέρθηκε.
γγ) Οδηγεί σε ευθεία εφαρμογή του άρθρου 45 (πρώην άρθρο 39) της Σ.Λ.Ε.Ε., του ΚΑΝ (ΕΟΚ) 1612/68 για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και της οδηγίας 2005/36, όπως αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2013/55 και στους ασκούμενους δικηγόρους, με ότι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για την διόγκωση του δικηγορικού υπερπληθωρισμού, άλλως την διόγκωση του υπερπληθωρισμού ασκουμένων δικηγόρων.
ε) Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν είναι προς το συμφέρον του Δικηγορικού Σώματος η αποδοχή της άποψης ότι η άσκηση «προσιδιάζει» σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Τα ανωτέρω δεν αποτελούν υποθετικούς κινδύνους, αλλά πραγματικούς, μερικοί εκ των οποίων έχουν ήδη επέλθει.
Ήδη το Στε, «πατώντας» στις αποφάσεις του ΔΣΑ για τον καθορισμό περιοδικής αμοιβής στους ασκουμένους «γκρέμισε» το αποτρεπτικό «φράγμα» της προηγούμενης αναγνώρισης του τίτλου σπουδών από τον ΔΟΑΤΑΠ σε ότι   αφορά την εγγραφή πτυχιούχων ενωσιακών ΑΕΙ στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων (βλ. Ολ. ΣτΕ 2770, 2771/2011).
            Το ΕΔΔΑ με πρόσφατη απόφασή του δέχθηκε ότι η απαγόρευση άσκησης άλλου επαγγέλματος από Δικηγόρο στη Ρουμανία (ανάλογη απαγόρευση με του Ελλ. Κώδ. Δικηγ.), αντίκειται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, διότι δεν προέκυπτε δικαιολόγηση της απαγόρευσης από εμφανείς επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
            Αν το δικηγορικό σώμα αποδεχθεί την άποψη ότι η άσκηση (που αποτελεί αναγκαίο προπαρασκευαστικό στάδιο για την απόκτηση της δικηγορικής ιδιότητας) προσιδιάζει σε εξαρτημένη εργασία, ανατρέπει το ασυμβίβαστο του άρθρου 7 παρ. 1 περίπτ. γ του Κώδ. Δικηγ., που ισχύει τόσο για τους ασκούμενους όσο και για τους δικηγόρους.
4.         Οι ανωτέρω απόψεις (βλ. παρ. 1, 2 της παρούσας) δεν περιορίζονται σε φορολογικά ζητήματα, αλλά αφορούν κρίσεις που άπτονται της ερμηνείας του Κώδ. Δικηγόρων και, ως εκ τούτου, το «ερμηνευτικό δραστικό βεληνεκές τους» δεν περιορίζεται μόνο στον τρόπο φορολόγησης των ασκούμενων δικηγόρων, αλλά «πλήττει» και ανατρέπει πάγιες ρυθμίσεις του Κώδικα Δικηγόρων, υπερακοντίζοντας τον φορολογικό σκοπό του, προκαλώντας τις προαναφερθείσες «παράπλευρες απώλειες».
5.         Προφανής σκοπός της ανωτέρω εγκυκλίου είναι η «θεραπεία» των συνεπειών της κατάργησης του αφορολογήτου ορίου και της φορολόγησης από το πρώτο ευρώ, οι καταστρεπτικές αντισυνταγματικές και αντίθετες στην ευρωπαϊκή και διεθνή έννομη τάξη συνέπειες του οποίου καταλαμβάνουν και τους ασκούμενους, στους οποίους και την περιορίζουν, ενώ οι συνέπειες αυτές αποτελούν επί μέρους σύμπτωμα του ανωτέρω παθογενούς αιτίου, που αφορά το «όλο». Πιο συγκεκριμένα:
α)         η αμοιβόμενη μαθητεία ως δραστηριότητα για την φορολόγησή της υπάγεται στην πηγή Ζ’ (ή ΣΤ’) του Κ.Φ.Ε., δηλ. αφορά εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, που φορολογείται (κατά πλάσμα του νόμου) ως εισόδημα από την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, με αποτέλεσμα την άδικη και αντισυνταγματική φορολογική αντιμετώπιση των ασκουμένων. Κατά τα προηγούμενα έτη η ύπαρξη αφορολογήτου ορίου απέτρεπε τα άδικα αποτελέσματα σε βάρος (και) των ασκουμένων. Η κατάργηση όμως του αφορολογήτου ορίου στους ελεύθερους επαγγελματίες, με τους οποίους εξομοιώνονται φορολογικά οι ασκούμενοι οδήγησε στην επί μέρους εκδήλωση των ανωτέρω συμπτωμάτων και δημιούργησε το πρόβλημα. Η επιλεγείσα όμως «θεραπεία» (αντιμετώπιση) του μέρους δημιουργεί για το όλο (δικηγορικό σώμα) δυσμενείς συνέπειες, χειρότερες από τα «συμπτώματα» για το μέρος (ασκούμενους), όπως προαναφέρθηκε.
β)         Το εν λόγω πρόβλημα δεν το δημιουργεί η νομική φύση της άσκησης ως μαθητείας, αλλά η φορολογική εξομοίωση των ασκούμενων με τους ελεύθερους επαγγελματίες και η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου. Συνεπώς, αντί να εστιάζουμε στο σύμπτωμα πρέπει να ασχοληθούμε με το πραγματικό αίτιο που προκαλεί το σύμπτωμα αυτό. Εν προκειμένω όμως, για την επίτευξη ενός δίκαιου και νόμιμου σκοπού επιλέγεται λάθος μέσο, με αποτέλεσμα οι συνέπειες της θεραπείας του μέρους (ασκούμενοι) να είναι για το όλο (Δικηγορικό Σώμα) χειρότερες από τις πρώτες,  γεγονός προδήλως άτοπο.
γ)         Οι συνέπειες της κατάργησης του αφορολογήτου ορίου (και) για τους ασκούμενους δικηγόρους, αναδεικνύουν «σ’ όλο της το μεγαλείο» την αντισυνταγματικότητα και την αντίθεση προς την ΕΣΔΑ, τον ΧΘΔ της Ε.Ε. και το Δ.Σ.Ο.Κ.Μ.Δ του ΟΗΕ της κατάργησης αυτής. Με τις υπερνομοθετικές αυτές διατάξεις διασφαλίζεται το δικαίωμα σεβασμού του ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης και της περιουσίας και οι θεμελιώδεις αρχές της καθολικότητας του φόρου, της φορολογικής ισότητας, της προοδευτικότητας του φόρου και της φοροδοτικής ικανότητας. Οι θέσεις της ανωτέρω εγκυκλίου, αντικειμενικά και εκ του αποτελέσματος κρινόμενες, αντί να «θεραπεύουν» το «παθογενές» αίτιο, θεραπεύουν επί μέρους «συμπτώματα» αυτού, συγκαλύπτοντας και «νομιμοποιώντας» εκ του αποτελέσματος, το πραγματικό «παθογενές αίτιο»  της δυσμενούς, άδικης και αντισυνταγματικής φορολογικής μεταχείρισης των ασκουμένων.
6.         Εν όψει των ανωτέρω, το Δικηγορικό Σώμα πρέπει να αναδείξει την αντισυνταγματικότητα και την αντίθεση προς υπερνομοθετικές διατάξεις τόσο της φορολογικής εξομοίωσης των ασκουμένων με τους ελεύθερους επαγγελματίες όσο και της κατάργησης του αφορολογήτου ορίου και της άδικης δημευτικής και πλασματικής υπερφορολόγησης  των δικηγόρων. Τα ανωτέρω ζητήματα πρέπει να τεθούν υπόψη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων το ταχύτερο δυνατό, προκειμένου να συντονισθεί η κοινή και ενιαία δράση του Δικηγορικού Σώματος. Ο ΔΣΙ έχει ήδη έτοιμες επεξεργασμένες προτάσεις (και) για τα ζητήματα αυτά και ελπίζει να του δοθεί η ευκαιρία να τις διατυπώσει στο πλαίσιο μιας κοινής και συντονισμένης δράσης.
Β. Επιτρέψτε μου επίσης να σας εκφράσω την ανησυχία μου σχετικά με την προώθηση απόψεων και λύσεων σχετικά με τα θέματα που αφορούν το σύνολο του Δικηγορικού κόσμου, που εξακολουθεί να γίνεται, κατά την γνώμη μου, αποσπασματικά καθώς και για το γεγονός ότι μας ζητούνται απόψεις και παρατηρήσεις και μας αποστέλλονται προτεινόμενες αλλαγές για νομοθετική τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΝΑ ΤΥΧΟΥΝ ΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ της Συντονιστικής Επιτροπής και περισσότερο της Ολομέλειας των Προέδρων, και ενώ αρμοδίως έχουν οριστεί επιτροπές, των οποίων αγνοείται η διατύπωση γνώμης, η οποία άλλωστε δεν μας έχει γνωστοποιηθεί, (Επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι δεν είμαι οπαδός της άποψης ότι στην Ελλάδα αν δεν θέλεις να προωθήσεις λύσεις μπορείς να ορίσεις Επιτροπές, άποψη η οποία άλλωστε μου εδραίωσε η επί σειρά ετών πραγματική και ουσιαστική λειτουργία των Επιτροπών της Ολομέλειας των Προέδρων και Συντονιστικής Επιτροπής, σε κάποιες από τις οποίες είχα την τύχη να συμμετέχω).
Άποψη του ΔΣΙ είναι ότι δεν μπορούν να προωθούνται αλλαγές και απόψεις χωρίς προηγούμενα να έχουν τύχει της έγκρισης της Ολομέλειας ή τουλάχιστον της Συντονιστικής, την οποία δεν γνωρίζω το λόγο για τον οποίο δεν συγκαλείτε (αν και ζητήθηκε τούτο κατά την τελευταία συνεδρίαση της Συντονιστικής Επιτροπής) καθώς και τον λόγο που θα πρέπει να προωθηθούν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος χωρίς να έχει εκφρασθεί η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος!!!
Κατά την τελευταία συνεδρίαση της Συντονιστικής Επιτροπής συστάθηκε Επιτροπή  για το ζήτημα της “επαγγελματικής αναγνώρισης” των τίτλων σπουδών (και προσόντων) από τα κράτη μέλη της Ε.Ε, όσον αφορά την εγγραφή στο μητρώο ασκουμένων του εκάστοτε Δικηγορικού Συλλόγου, της οποίας της γνώμη και παρατηρήσεις δεν λάβαμε υπόψη.
Σε κάθε περίπτωση και επειδή μας γνωστοποιείτε, την ανεπίσημη πληροφορία σας ότι θα  συμπεριληφθεί στο σχέδιο νόμου για το ρατσισμό που θα κατατεθεί περί την 25η Αυγούστου στη Βουλή, σχετική για το ως άνω θέμα τροπολογία, το κείμενο της οποίας δεν μας έχετε, εξ όσων μπορώ να γνωρίζω, αποστείλει, και η ίδια το έλαβα από τον Πρόεδρο του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, σημειώνω τις παρακάτω παρατηρήσεις:
-        Δεν περιλαμβάνεται στο σχέδιο καμιά πρόνοια για την αντιμετώπιση του φαινομένου των μονοετών ή διετών τίτλων σπουδών νομικής που αποκτώνται με βάση πτυχίο άλλου Τμήματος νομικού προσανατολισμού, όπως ειδικότερα εκθέσαμε, σε σχετικό προηγούμενο υπόμνημά μας.
-        Επίσης πουθενά στο κείμενο αυτό αλλά ούτε στον Κώδικα Δικηγόρων δεν προβλέπεται υποχρέωση προσκόμισης βεβαίωσης από αρμόδια αρχή του Κράτους προέλευσης του τίτλου, ότι ο τίτλος αυτός παρέχει δικαίωμα εγγραφής σε Δικηγορικό Σύλλογο της Χώρας προέλευσης.
-        Θέλουμε να εκφράσουμε την ανησυχία μας για το γεγονός ότι σήμερα έχουν δημιουργηθεί επτά (7) συνολικά Νομικά Τμήματα Ελληνικού Δικαίου (3 στην Ελλάδα και 4 στην Κύπρο) και έχουν μετατραπεί τα Τμήματα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης της Αθήνας, Πολιτικών Επιστημών και Κοινωνικής (Δημόσιας) Διοίκησης της Κομοτηνής και το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης της Παντείου σε νομικά τμήματα κατά το 1/2 ή τα 2/3 αντίστοιχα λόγω του αδικαιολόγητα μεγάλου αριθμού νομικών μαθημάτων που περιλαμβάνουν και τα οποία δίδουν δικαίωμα εγγραφής είτε στο προτελευταίο έτος στην Κύπρο των τετραετών σπουδών είτε στο τρίτο έτος άλλων Ενωσιακών ΑΕΙ όπως κατ΄ επανάληψη ο ΔΣΙ έχει επισημάνει.
-        Επί του μείζονος αυτού ζητήματος που θα συμβάλει στην υπερπαραγωγή πτυχιούχων νομικής και συνακόλουθα στην υπερδιόγκωση του ήδη υπερτροφικού δικηγορικού πληθωρισμού το Δικηγορικό Σώμα μέχρι σήμερα σιωπά....!!!
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 19 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014
O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Δ.Σ.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΟΓΛΗ

ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ 21/8/2014
O ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ Δ.Σ.ΣΥΡΟΥ


ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΠΑΓΙΔΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου